
Δημοσιεύσεις
Πολ. Πρωτ. Αθηνών 655/2022 – Τακτική Διαδικασία
Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 215, 226§1, 237, 260 και 271 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται επί αγωγών που κατατίθενται κατά την τακτική διαδικασία μετά την 1-1-2016, προκύπτουν οι ακόλουθες ερμηνευτικές διακρίσεις: α) Αν όλοι οι διάδικοι καταθέσουν προτάσεις νομίμως και εμπροθέσμως κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 237 §§ 1 και 2 και δεν παραστούν κατά τη συζήτηση, τότε η συζήτηση της υπόθεσης, που ορίσθηκε κατ’ άρθρο 237 § 4, γίνεται κανονικά και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, και δεν επέρχονται, συνεπώς, οι συνέπειες της ματαίωσης της συζήτησης ή της ερημοδικίας, β) Αν όλοι οι διάδικοι δεν έχουν καταθέσει προτάσεις, τότε η συζήτηση ματαιώνεται κατ’ άρθρο 260 § 2, ανεξάρτητα αν κατά τη συζήτηση, που τυχόν ορίσθηκε κατ' άρθρο 237 § 4, παρίστανται ή απολείπονται όλοι οι διάδικοι. γ) Αν, τέλος, ένας μόνον διάδικος έχει μεν καταθέσει προτάσεις, αλλά δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, τότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 237 § 4 εδ. ζ και δεν επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας. Αντίθετα αν ένας διάδικος δεν κατέθεσε προτάσεις νομίμως και εμπροθέσμως και δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, θα επέρχονται κατά περίπτωση οι συνέπειες της ερημοδικίας κατά τις διακρίσεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ. Το ίδιο θα ισχύει, και αν ο διάδικος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, παρίσταται κατά τη συζήτηση, οπότε και πάλι θα επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας κατά τις διακρίσεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ. Από τα ανωτέρω προκύπτει, λοιπόν, ότι βασική για την έννοια της ερημοδικίας στην τακτική διαδικασία είναι στο ισχύον δίκαιο η έννοια της κανονικής ή μη συμμετοχής του διαδίκου στη δίκη, η οποία λόγω του κυρίως έγγραφου χαρακτήρα της τακτικής διαδικασίας σημαίνει την κατάθεση των προτάσεων υπό τους όρους του άρθρου 237 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή κατάθεση προτάσεων νομίμως και εμπροθέσμως. Ο διάδικος, ο οποίος δεν καταθέτει προτάσεις νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 237 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ δικάζεται ερήμην, είτε παρίσταται είτε δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Και η μεν εμπρόθεσμη κατάθεση προτάσεων ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 237 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, ενώ η νόμιμη κατάθεση προτάσεων ρυθμίζεται από άλλες διατάξεις, προϋποθέτει λ.χ. την υπογραφή των προτάσεων από πληρεξούσιο δικηγόρο κατ’ άρθρο 94 § 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 271 και 272 ΚΠολΔ προκύπτει ότι συνέπεια της ερημοδικίας του εναγόμενου και ενάγοντας στην τακτική διαδικασία, όπως άλλωστε ισχύει και σήμερα, είναι το πλάσμα της δικαστικής ομολογίας και της παραιτήσεώς του αντίστοιχα. Προτού όμως κριθεί ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή επιδόθηκε νομίμως στον εναγόμενο. Η υποχρέωση αυτή ορίζεται στο άρθρο 271 παρ. 1, με την εξής διατύπωση «Αν ο εναγόμενος δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σ' αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η αγωγή και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται ερήμην του εναγομένου. Διαφορετικά, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 θεωρείται «ως μη ασκηθείσα η αγωγή». Κατά την ορθότερη ερμηνεία στην τακτική διαδικασία προβλέπεται μόνο η επίδοση της αγωγής, ενώ η διατήρηση του όρου «κλήση» στη διάταξη του άρθρου 271 παρ. 2, αφορά μόνο τις περιπτώσεις που υπάρχει κλήση προς συζήτηση, όπως λ.χ στις ειδικές διαδικασίες, στον προσδιορισμό νέας συζήτησης με κλήση μετά από τη ματαίωση της αγωγής (260 παρ. 2), είτε στην επανάληψη της συζήτησης (254) και όχι στην τακτική αγωγή (Κ. Καλαβρός, Πολιτική Δικονομία, Γενικό Μέρος - Διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, 4η εκδ, σελ. 87, 343, 533 επ, Μακρίδου, Απαλαγάκη, Διαμαντόπουλος, Πολιτική δικονομία, εκδ 2016, σελ 9, Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, β' εκδ, σελ 472 επ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η κρινόμενη αγωγή, οι διάδικοι παραστάθηκαν κατά τη δημόσια συζήτηση της υπόθεσης. Από την επισκόπηση του φακέλου προκύπτει ότι ο ενάγων έχει καταθέσει προτάσεις νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της προθεσμίας του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την30-8-2019 και ο ίδιος κατέθεσε προτάσεις την 9-12-2019. Επομένως, ο ενάγων θεωρείται ότι λαμβάνει κανονικά μέρος στη δίκη. Από τη με αριθμό ………./9-9-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σταματίου Χατζηδάκη, την οποία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ενάγων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων εντός 100 ημερών, επιδόθηκε στην εναγόμενη(άρθρα 122, 123, 128 παρ.4, 139 σε συνδυασμό τα άρθρα 215 παρ. 2, 226 παρ. 1 και 237 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται επί αγωγών που κατατίθενται κατά την τακτική διαδικασία μετά την 1-1-2016). Ωστόσο, η εναγόμενη που δεν προκατέθεσε προτάσεις, παραστάθηκε κατά τη δημόσια συζήτηση της υπόθεσης μόνο για να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτημα αναβολής της προκείμενης υπόθεσης, το οποίο απορρίπτεται όμως ως μη νόμιμο ενόψει της τυπικής πλέον δημόσιας συζήτησης της αγωγής μετά το Ν. 4335/2015 και της μη δυνατότητας αναβολής της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 241 ΚΠολΔ κατά ρητή πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 237 παρ. 4 ΚΠολΔ. Συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη δεν συμμετείχε κανονικά στη δίκη, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο 271 παρ. 1 και 2 εδ. Α’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 237 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015).
Το άρθρο 914 του ΑΚ ορίζει ότι, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά δε το άρθρο 932 του ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά τη κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για να παραχθεί αδικοπραξία, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας: α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παράνομα, συγχρόνως δε και υπαίτια, ήτοι από δόλο ή αμέλεια(άρθρο 330 ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας(βλ. ΑΠ 81/2013, ΑΠ 114/2012, ΑΠ 541/2012, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στη προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις(άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 59 ΑΚ κατά το οποίο «στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί», δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα(άρθρο 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμη και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου, με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις(πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστώ προσβολή της συνολικής έννοιας αυτής(προσωπικότητας). Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην αντίληψη και την εκτίμηση, που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του και η ελευθερία(σωματική, ψυχική και οικονομική), η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, είναι: α] η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας, με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β] η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει, όταν γίνεται, χωρίς δικαίωμα ή, με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ] πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντας, μόνον ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας. Είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η ψευδής καταμήνυση και η συκοφαντική δυσφήμιση. Περαιτέρω, ως προς τις αξιώσεις που κατά τα ανωτέρω γεννώνται από την προσβολή της προσωπικότητας, γίνεται δεκτό ότι ως άρση της προσβολής νοείται ο άμεσος παραμερισμός της πράξης που συνιστά την προσβολή, ώστε να επανέλθει η προηγούμενη κατάσταση. Η άρση επομένως προϋποθέτει ότι η πράξη της προσβολής είναι παρούσα και ενεργή. Αν η πράξη έχει συντελεστεί, έχει λήξει η προσβολή και παραμένουν όμως τα αποτελέσματα αυτής, δεν νοείται άρση της προσβολής με την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ, αλλά γεννώνται αξιώσεις με αποκαταστατικό χαρακτήρα (ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αποζημίωση). Τα μέσα για την άρση της προσβολής εξαρτώνται από το είδος της προσβολής και το αγαθό που προσβάλλεται και μπορούν να καθορίζονται από το δικαστήριο, με την εκτέλεση να γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 945 και 946 ΑΚ. Η αξίωση παράλειψης της παράνομης προσβολής στο μέλλον αναφέρεται σε μελλοντική προσβολή, δηλαδή συνιστά προληπτικό μέτρο και προϋποθέτει απειλούμενη προσβολή(ΕφΛαρ 431/2000 ΕλλΔνη 2001.502, ΝοΒ 2001.264, ΕφΑΘ 6805/1987 ΕλλΔνη 1990.1458, ομοίως ότι η επί παραλείψει αγωγή δύναται να εγερθεί, υπό την προϋπόθεση ότι είτε χώρησε ήδη προσβολή είτε και ανεξάρτητα από προηγούμενη προσβολή, εφόσον υφίσταται βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής σε ΕφΑΘ 1711/1991 Αρμ 1991.484). Η απόφαση που διατάσσει την παράλειψη της προσβολής εκτελείται σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 947 ΚΠολΔ. Οι αξιώσεις αυτές για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον δεν είναι αποτιμητές σε χρήμα και οι σχετικές δίκες υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Αναφορικά δε με τις αξιώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα επισημαίνεται ότι εκεί δεν γίνεται λόγος αποκλειστικά για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Είναι αποδεκτά και άλλα μέσα που έχουν τη δύναμη να εξαλείψουν την ' ηθική βλάβη αυτού που προσβλήθηκε. Ως τέτοια μέσα νοούνται η αίτηση συγγνώμης, η ανάκληση πραγματικών ισχυρισμών, η επανόρθωση ανακριβούς δημοσιεύματος ή η δημοσίευση απάντησης σε αυτό, η δημοσίευση δικαστικής απόφασης στον τύπο. Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει έναν ή περισσότερους τρόπους ικανοποίησης σωρευτικά, π.χ. δημοσίευση διάψευσης και χρηματική ικανοποίηση (Αικ, Φουντεδάκη σε Απ.. Γεωργιάδης, ΣΕΑΚ, εκδ. 2010, 57 αριθ. 36 - 38 και 59 αριθ. 24 και 26, και εκεί παραπομπές).
Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο επιτρέπεται η ομολογία και συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη ερημοδικεί, αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο, δεδομένου ότι θεωρούνται ως ομολογημένοι εκ μέρους της ερημοδικαζόμενης εναγομένης (άρθρο 271 παρ. 3, όπως τροποποιήθηκε με το αρθρ. 29 του Ν. 3994/2011, σε συνδ. με τη μεταβατική διάταξη του αρθρ. 72 παρ. 2 του ως άνω νόμου, και αρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ωστόσο, όμως, το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ομολογημένο, αφού δεν αποτελεί πραγματικό περιστατικό και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ομολογίας, διαμορφώνεται δε κατά την κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας(ΟλΑΠ 19/2011, ΧρΙΔ 2012.257, ΑΠ 71/2011, ΕΕμπΔ 2012.97, Επιδικία 2011.251, ΑΠ 1735/2009, ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΑΘ 3993/2012, ΤΝΠ Νόμος, Απ. Γεωργιάδης σε ΕρμΑΚ Απ. Γεωργιάδη - Μ. Σταθόπουλου, Ειδικό Ενοχικό, Τόμος IV, άρθρο 932, σημ. 22επ, σελ. 819επ. με παραπομπές σε νομολογία, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΑΚ, Τόμος I, άρθρο 932, σελ. 1282 και 1285).Εν προκειμένώ, λοιπόν, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη : α) το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος της εναγόμενης (δόλος), β) τις συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η ιστορούμενη αδικοπραξία της και η εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντας, γ) του είδους του εννόμου αγαθού που θίχτηκε και της εντάσεως της προσβολής του, και δ) της κοινωνικής και της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων (ΑΠ 284/2012 ΝΟΜΟΣ), κρίνει ως εύλογο, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000,00 €).
Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να άρει την τελεσθείσα προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος δια της αποστολής σε αυτόν εξώδικης δήλωσης που θα του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή και δικές της δαπάνες, με την οποία η τελευταία θα δηλώνει ότι ανακαλεί ως ψευδείς όλους τους περιεχόμενους στην από …………. μηνυτήρια αναφορά ισχυρισμούς της αναφορικά με το πρόσωπο του ενάγοντος και θα υπόσχεται ότι δεν θα τους επαναλάβει, να απειληθεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση είκοσι (20) ημερών για την περίπτωση παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης της, ενώ πρέπει, κατόπιν σταθμίσεως του συνόλου των περιστάσεων και ιδίως της συχνότητας των προσβολών και του τυχόν κινδύνου επαναλήψεων, να απορριφθεί ως χιλιάδων (5.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, καθώς δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που να επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, ούτε η επιβράδυνση στην εκτέλεση της απόφασης είναι δυνατόν να επιφέρει, σημαντική οικονομική ζημία στον ενάγοντα.Επίσης, το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης της εναγόμενης τυγχάνει απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και η νυν επιδικαζόμενη απαίτηση στον ενάγοντα υπολείπεται του ποσού αυτού.
Τέλος, πρέπει καταδικασθεί η εναγόμενη, λόγω της εν μέρει ήττας της, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρα 178,191 παρ. 2 και 106 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με άρθρα 58 παρ. 4, 63 παρ. 2, 68 παρ. 1, 84, Παράρτημα I του Ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, πρέπει να οριστεί το παράβολο που πρέπει να προκαταβληθεί από την εναγόμενη σε περίπτωση που θελήσει να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας [άρθρα 501, 502 και 505 § 2 ΚΠολΔ (βλ. Μ. Μαργαρίτη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τόμος I, σελ. 895, ΑΠ 1177/2005, ΤΝΠ Νόμος)], κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ερήμην της εναγόμενης.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να άρει την τελεσθείσα προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος δια της αποστολής σε αυτόν εξώδικης δήλωσης που θα του κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή και δικές της δαπάνες, με την οποία η τελευταία θα δηλώνει ότι ανακαλεί ως ψευδείς όλους τους περιεχόμενους στην από …………… μηνυτήρια αναφορά ισχυρισμούς της αναφορικά με το πρόσωπο του ενάγοντας και ότι δεν πρόκειται να τους επαναλάβει.
ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή τριακοσίων (300) ευρώ και προσωπική κράτηση είκοσι (20) ημερών για την περίπτωση παράβασης της κατά την ανωτέρω διάταξη της απόφασης υποχρέωσης της.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.