Skip to main content

Δημοσιεύσεις

Στην παρούσα θεματική ενότητα, δημοσιεύονται αποφάσεις του γραφείου μας με ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον καθώς και μελέτες, αναλύσεις και άρθρα, δικά μας ή τρίτων, με νομική θεματολογία. Σκοπός των δημοσιεύσεων αυτών είναι πρωτίστως η προαγωγή του επιστημονικού διαλόγου και η θεματική αυτή ενότητα απευθύνεται κυρίως σε συναδέλφους νομικούς, όλων των νομικών επαγγελμάτων. Ειδικότερα για τις δικαστικές αποφάσεις και για λόγους προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των διαδίκων, παρατίθεται η μείζονα σκέψη, αποσπάσματα που αφορούν σε νομικά ζητήματα και το διατακτικό τους.

Μον. Πρωτ. Αθηνών 603/2021- Διαδικασία Περιουσιακών (Μισθωτικών) Διαφορών.

Έννοια οριζόντιας ιδιοκτησίας, κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων. Προϋποθέσεις ορισμένου και παραδεκτού άσκησης αγωγής διαχειριστή πολυκατοικίας και συνιδιοκτητών. Αυτοδίκαιη προσχώρηση στην πράξη σύστασης και τον κανονισμό πολυκατοικίας ειδικών και καθολικών διαδόχων των αρχικώς συμβληθέντων. Τυχόν πολεοδομική τακτοποίηση αυθαίρετων κατασκευών σε κοινόχρηστους/ κοινόκτητους χώρους δεν αντιτάσσεται στους συνιδιοκτήτες και τον διαχειριστή όταν ζητείται άρση αυτών. Έννοια καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν επιφέρει άνευ ετέρου την αχρησία του δικαιώματος για χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής.

Α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α', 7 παρ. 1, 8 και 13 του Ν. 3741/1929 (ο οποίος, κατά το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα), καθώς ' και των άρθρων 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει αφενός ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή απ' όλους τους οροφοκτήτες χρήση, αφετέρου ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να κάνει ακώλυτη χρήση τούτων και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωση αυτών, αρκεί να μην βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών. Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης και το ηλιακωτό δώμα (ταράτσα). Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής γίνεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, δηλαδή με σύμφωνη απόφαση τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγράφει. Αν δεν γίνει τούτο, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του. Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα «superficies solo cedit», που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α' ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου, που δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε έγκυρα με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΑΠ 166/2020, ΑΠ 519/2019, ΑΠ 532/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 746/2018 ΧρίΔ 2019.113). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, η οποία υπάγεται στο καθεστώς του νόμου αυτού, μπορούν να ρυθμίσουν ελεύθερα με σύμβαση, που καταρτίζεται με τη σύμπραξη όλων διά συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγράφεται, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαστικά αδιαίρετα (κοινά) μέρη της οικοδομής, όσο και ως προς τις χωριστές οριζόντιες ιδιοκτησίες κατ' ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων και μάλιστα κατά παρέκκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ανωτέρω νόμου και του αστικού κώδικα. Κατ' ακολουθία τούτων, αν με κάποιο όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η ενέργεια μεταβολών σέ κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του. Επομένως, δεν απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η έρευνα, αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη. Αντιθέτως, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών αναφορικά με τον τρόπο χρήσης των διηρημένων ιδιοκτησιών και των εξ αδιαιρέτου μερών της οικοδομής, καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει όλα τα δικαιώματα που Ανήκουν στον κύριο, εφόσον όμως η άσκηση αυτών δεν παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος. Έτσι δικαιούται σε απόλυτη χρήση του ορόφου ή του διαμερίσματός του και των κοινών πραγμάτων και μπορεί να επιχειρήσει μεταβολές ή προσθήκες στο διαμέρισμά του και στα αδιαιρέτως κοινά μέρη του οικοδομήματος, καθώς και να προβαίνει στην επισκευή ή ανανέωση αυτών, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό και τη χρήση αυτών και να μη παραβλάπτει τη χρήση των άλλων ιδιοκτητών, ούτε να μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης, καθώς και των χρηστών ηθών. Η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση του διαμερίσματος του και των κοινών μερών του οικοδομήματος πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών. Δηλαδή, απαιτείται η χρήση να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο να μη βλάπτεται η χρήση των κοινών μερών της οικοδομής από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, αλλά και οποιοδήποτε δικαίωμα αυτών από τον θεσμό της οροφοκτησίας (ΑΠ 70/2019, ΑΠ 881/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσης της οροφοκτησίας [ΑΠ 532/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 200/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 639/2010 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 381/2009 ΝοΒ 2009.1431, ΕφΘεσ (Μον) 16/2019 Αρμ. 2020.789, ΕφΑΘ 933/2011 ΕπιθΔικΠολ 2011.143, ΕφΑΘ 6150/2009 ΕλλΔνη 2010.562 και ΕτπθΔικΠολ 2011.131]. Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπέρμετρα την εκ μέρους τους χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και τη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται, όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά υπηρετούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης [ΑΠ 645/2012 ΕπιθΔικΠολ 2012.198, ΑΠ 639/2010 ΝοΒ 2010.2330, ΑΠ 381/2009 ΝοΒ 2009.1431, ΕφΘεσ (Μον) 16/2019 Αρμ. 2020.789, ΕφΑΘ 933/2011 ΕπιθΔικΠολ 2011.143, ΕφΑΘ 6150/2009 ΕλλΔνη 2010.562 και ΕπιθΔικΠολ 2011.131]. Εξάλλου, στην έννοια της ακώλυτης χρήσης των κοινών πραγμάτων της οικοδομής, την οποία δικαιούται να κάνει κάθε εξ αδιαιρέτου συγκύριος, υπάγεται και το δικαίωμα που αφορά την εμφάνιση του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του. Επομένως, οποιαδήποτε προσθήκη που παραβλάπτει την εμφάνιση αυτή, ως γενόμενη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής του κτηρίου, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι εξ αυτού του λόγου ανεπίτρεπτη και συνεπώς οι τελευταίοι δικαιούνται να αντιταχθούν σε κάθε κατασκευή, προσθήκη ή διαρρύθμιση, η οποία προσβάλλει την εμφάνιση της όλης οικοδομής [ΟλΑΠ 8/2002 ΕπιθΔικΠολ 2002.6 και ΝοΒ 2003.649, ΑΠ 70/2019, ΑΠ 881/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 278/2012 ΝοΒ 2012.2013, ΑΠ 984/2010 ΕπιθΔικΠολ 2010.200 και ΝοΒ 2010.2496, ΑΠ 381/2009 ΝοΒ 2009.1431, ΕφΑΘ (Μον) 753/2020 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ (Μον) 2232.2013 ΕλλΔνη 2014.180, ΕφΑΘ 1711/2008 ΕπιθΔικΠολ 2009.42, ΕφΑΘ 8554/2007 ΕπιθΔικΠολ 2008.134, ΕφΘεσ 448/2001 Αρμ. 2001.788, ΕφΘεσ 443/2001 ΑρχΝ 2001.384]. Περαιτέρω, κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής, την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση [ΟλΑΠ 8/2002 ΕπιθΔικΠολ 2002.6 και ΝοΒ 2003.649, ΑΠ 532/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1655/2018 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 200/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΑΠ 92/2017 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1300/2014 ΝοΒ 2015.63, ΑΠ 151/2014 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 645/2012 ΕπιθΔικΠολ 2012.198, ΑΠ 639/2010 ΝοΒ 2010.2330, ΑΠ 40/2007 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 115/2003 ΧρΙΔ 2003.427 και ΝοΒ 2003.1632, ΑΠ 463/2003 ΕλλΔνη 2003.1635, ΕφΘεσ (Μον) 986/2020 Αρμ. 2020.1281, ΕφΘεσ (Μον) 16/2019 Αρμ. 2020.789]. Για την άσκηση της εν λόγω αξίωσης κατά συνιδιοκτήτη με την οποία επιδιώκεται η άρση της προσβολής, καθώς και η παράλειψη αυτής στο μέλλον, νομιμοποιείται τόσο ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, όσο και κάθε συνιδιοκτήτης [ΑΠ 1472/2001 ΝοΒ 2002.1473 και ΕλλΔνη 2003.979, ΕφΑΘ (Μον) 753/2020 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 933/2011 ΕπιθΔικΠολ 2011.143, ΕφΑΘ 1711/2008 ΕπιθΔικΠολ 2009.42, ΕφΑΘ 8554/2007 ΕπιθΔικΠολ 2008.134].

Β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων θα πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η δυνατότητα αντίκρουσης της αγωγής, στο δε Δικαστήριο οι προϋποθέσεις ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητάς της [βλ. ΑΠ 515/2016 ΕπιθΕμπΔ 2016.826, ΑΠ 935/2014 ΝοΒ 2014.2326, ΑΠ 1196/2012 ΝοΒ 2013.446, ΑΠ 250/2011 ΕπιθΕμπΔ 2011.591 και ΔΕΕ 2011.1052, ΑΠ 1297/2009ΕπιθΠολΔ 2009.682, ΑΠ 1198/2009 ΔΕΕ 2009.1361 και ΕπιθΕμπΔ 2010.419, ΑΠ 1042/2009 ΕπιθΕμπΔ 2010.46 και ΕπιθΠολΔ 2010.444, ΑΠ 1611/2008 Δίκη2008.1131]. Σε διαφορετική περίπτωση, η μη πλήρης αναφορά των ανωτέρω στοιχείων καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης διαδικαστικής προϋπόθεσης, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 780/2011 ΝοΒ 2012.331ΑΠ 1342/2006 ΕλλΔνη 2007.869). Σημειώνεται δε ότι οποιαδήποτε έλλειψη του δικογράφου της αγωγής, που την καθιστά αόριστη, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε με αναφορά σε σχετική διάταξη νόμου ή μνεία αυτής, ούτε με δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία, ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο τη διεξαγωγή αποδείξεων και απαλλάσσει τον αντίδικο από το βάρος απόδειξης του σχετικού (ομολογούμενου) ισχυρισμού [ΑΠ 404/2020, ΑΠ 505/2020, ΑΠ 532/2019, ΑΠ 720/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 357/2012 ΝοΒ 2012.1792, ΑΠ 1864/2011 ΧρΙΔ 2012.447, ΑΠ 778/2011 ΝοΒ 2011.2350, ΑΠ 49/2011 ΔΕΕ 2011.958, ΑΠ 1503/2009 ΔΕΕ 2010.202 και ΧρΙΔ 2010.474, ΑΠ 1297/2009 ΕπιθΠολΔ 2009.682, ΑΠ 842/2005 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 168/2004 ΕλλΔνη 45.1598, ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45.84, ΑΠ 438/2002 ΕλλΔνη 43.382, ΑΠ 365/2000 ΕλλΔνη 2000.1301, ΕφΘεσ (Μον) 546/2017 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1652/2016 ΔΕΕ 2016.1423, ΕφΑΘ 1502/2010 ΔΕΕ 2010.784, ΕφΑΘ 101/2009 ΕλλΔνη 2010.216, ΕφΑΘ 37/2009 ΕφΑΔ 2009.593, ΕφΑΘ 7466/2007 ΕλλΔνη 2008.933, ΕφΘεσ 662/2007 ΕπισκΕμπΔ 2007.826].

Ειδικότερα, προκειμένου περί διαφοράς μεταξύ ιδιοκτητών χωριστών (οριζόντιων ή κάθετων) ιδιοκτησιών ή μεταξύ αυτών και του διαχειριστή πολυκατοικίας ή οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο σύστημα της χωριστής ιδιοκτησίας (οριζόντιας ή κάθετης), απαραίτητα στοιχεία της αντίστοιχης αγωγής είναι: α) Η ιδιότητα του διαδίκου, ενάγοντος ή εναγομένου, ως κυρίου της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Η αναφορά αυτή δεν απαιτείται να είναι λεπτομερής, δηλαδή δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδικότερη περιγραφή των οριζόντιων ιδιοκτησιών των διαδίκων, ούτε να αναφέρονται οι μεταβιβασπκοί τίτλοι και η μεταγραφή τους, αλλά αρκεί να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι οι διάδικοι είναι κύριοι (ιδιοκτήτες) συγκεκριμένων οριζόντιων ιδιοκτησιών της συγκεκριμένης οικοδομής, πολύ περισσότερο όταν δεν αμφισβητείται η εν λόγω ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών (ΑΠ 174/2003 ΕλλΔνη 2004.793 και ΕπιθΔικΠολ 2005.17, ΑΠ 406/1996 ΕλλΔνη 1997.52, ΑΠ 186/1996 ΕλλΔνη 1996.596 και ΕπιθΔικΠολ 1996.29, ΕφΛαρ 288/2014 Δικογραφία 2016.216, ΕφΘεσ 2840/2002 Αρμ. 2003.949, ΕφΑΘ 7210/2001ΕπιθΔικΠολ 2001.316, ΕφΑΘ 2009/2001 ΕπιθΔικΠολ 2004.220, ΕφΑΘ 6096/2001 ΑρχΝ 2002.644, ΕφΑΘ 7337/1999 ΕπιθΔικΠολ 2001.211, ΕφΑΘ 2681/1998 ΕπιθΔικΠολ 1998.230, ΕφΑΘ 3171/1998 ΕλλΔνη 1998.1398, ΕφΑΘ 8505/1998 ΕπιθΔικΠολ 2001.111). β) Η προέλευση (από το νόμο ή από τη σύμβαση) του δικαιώματος ή της αξίωσης, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση και αν αυτά απορρέουν από σύμβαση (δηλαδή από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και τον κανονισμό της οικοδομής), θα πρέπει να σναφέρεται ρητά η σύμβαση αυτή και αν έχει μεταγράφει νόμιμα, γιατί τότε μόνο δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται και ο τόμος και ο αριθμός μεταγραφής της στο οικείο υποθηκοφυλακείο, γ) Η πρόβλεψη από την πράξη σύστασης του συγκεκριμένου δικαιώματος ή της συγκεκριμένης υποχρέωσης των συμβαλλομένων, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση ή η αποκατάσταση και ο τρόπος που παραβιάστηκε η αντίστοιχη διάταξη της πράξης αυτής [ΑΠ 151/2014 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ (Μον) 27/2021, ΕφΑιγ (Μον) 41/2021, ΕφΑιγ (Μον) 124/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑαρ (Μον) 149/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕφΠειρ (Μον) 112/2016 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4604/2011 ΕπιθΔικΠολ 2012.122, ΕφΑΘ 6700/2011 ΕπιθΔικΠολ 2012.126, ΕφΠατρ 979/2009 ΑχΝομ 2010.640, ΕφΑΘ 530/2006 ΕλλΔνη 2008.284]. Δηλαδή, Θα πρέπει να προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο όλα εκείνα τα περιστατικά που θεμελιώνουν την αξίωση, τόσο ως προς την ύπαρξη της παραβίασης, όσο και το είδος και η έκταση των προσβαλλόμενων δικαιωμάτων του εξ αδιαιρέτου συγκύριου, προκειμένου να είναι εφικτή η οριοθέτησή τους και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής η εκτέλεση της απόφασης (ΑΠ 40/2007 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).

Αναφορικά με τη μνεία στην αγωγή της μεταγραφής της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και του κανονισμού της οικοδομής, επικρατεί διχογνωμία στη νομολογία, καθώς κατά την προαναφερόμενη κρατούσα άποψη της νομολογίας των Εφετείων της χώρας, η αναφορά αυτή αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του περιεχομένουτης αγωγής, χωρίς πάντως να είναι αναγκαία η μνεία του τόμου και του αριθμού μεταγραφής στο οικείο υποθηκοφυλακείο. Αντιθέτως, έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται στην αγωγή ότι έχει μεταγράφει η πράξη σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που διέπει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών (ΑΠ 186/1996 ΕλλΔνη 1996.596 και ΕπιθΔικΠολ 1996.29, ΕφΑΘ 2026/2008 ΕπιθΔικΠολ 2008.154, ΕφΠειρ 91/2004 ΠείρΝομ 2004.160, ΕφΑΘ 7337/1999 ΕπιθΔικΠολ 2001.211). Εξίσου, επικρατεί διχογνωμία και αναφορικά με την υποχρέωση αναφοράς στην αγωγή του χρόνου, κατά τον οποίο παραβιάστηκε η αντίστοιχη διάταξη της πράξης σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας και του κανονισμού της οικοδομής, καθώς η μία άποψη της νομολογίας υποστηρίζει ότι η αναφορά αυτή είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής [ΕφΠειρ (Μον) 112/2016 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4604/2011 ΕπιθΔικΠολ 2012.122, ΕφΑΘ 6700/2011 ΕπιθΔικΠολ 2012.126, ΕφΠατρ 979/2009 ΑχΝομ 2010.640, ΕφΑΘ 530/2006 ΕλλΔνη 2008.284]. Ωστόσο, η κρατούσα άποψη δέχεται ότι όταν με την αγωγή ζητείται η άρση της προσβολής και η παράλειψή της στο μέλλον και ειδικότερα η καθαίρεση ή η απομάκρυνση κατασκευών, που έχουν ανεγερθεί ανεπίτρεπτα επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων (αδιαιρέτων) μερών οικοδομήματος κατά παράβαση του κανονισμού, δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής προσδιορισμός του ακριβούς χρόνου που τελέστηκε η συγκεκριμένη παραβίαση, ενόψει του γεγονότος ότι ο βλαπτόμενος συνιδιοκτήτης μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του ακόμη και εάν πέρασαν πολλά έτη από τις βλαπτικές ενέργειες [ΑΠ 532/2019, ΑΠ 151/2014 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑιγ (Μον) 41/2021, ΕφΑιγ (Μον) 124/2019, ΕφΛαρ (Μον) 149/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕφΠειρ (Μον) 364/2016 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, όταν η εν λόγω αγωγή, με αντικείμενο την παράβαση διατάξεων της πράξης σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας και του κανονισμού της οικοδομής, ασκείται από τον διαχειριστή, για το ορισμένο αυτής, αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντας διαχειριστή, αρκεί η επίκληση της ιδιότητας αυτού ως διαχειριστή, του τρόπου εκλογής του και επιπλέον της αναφοράς του προβλεπόμενου στον κανονισμό της πολυκατοικίας τρόπου εκλογής του διαχειριστή ή σε περίπτωση μη ύπαρξης κανονισμού ή έλλειψης σχετικής πρόβλεψης σε αυτόν, της αναφοράς ότι ο διαχειριστής εκλέγεται σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3741/1929) [ΑΠ 532/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 778/2011 ΝοΒ 2011.2350, ΑΠ 907/2009 ΕπιθΠολΔ 2010.455, ΑΠ 989/2002 Ελλνη 2003.1348, ΑΠ 668/1999 ΕλλΔνη 2000.126 και ΕπιθΔικΠολ 2000.298, ΕφΛαρ (Μον) 149/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕφΑΘ (Μον) 6097/2012 ΝοΒ 2013.722]. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχει υποστηριχθεί μεμονωμένα στη νομολογία [ΑΠ 432/2001 ΕλλΔνη 2002.444, ΕφΠειρ (Μον) 364/2016 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 8449/2007 ΕπιθΔικΠολ 2008.37] η άποψη ότι «για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η άρση κατασκευών ή η απόδοση στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών κοινόκτητων χώρων που κατασκευάστηκαν και καταλήφθηκαν, αντίστοιχα, κατά παράβαση του κανονισμού, απαιτείται να αναφέρεται και το πως ο κανονισμός δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες διαδίκους, δηλαδή αν συμβλήθηκαν σε αυτόν εξαρχής ή προσχώρησαν εκ των υστέρων, χωρίς να αρκεί η αναφορά στην αγωγή ότι οι σχέσεις των διαδίκων, ως συνιδιοκτητών, από την οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία διέπονται από τον νομίμως μεταγραμμένο κανονισμό της οικοδομής, μη εξυπακουομένου ότι δεσμεύονται από αυτόν κατά έναν από τους ως άνω τρόπους». Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο και έχει ορθώς επικριθεί στη θεωρία με βάση τα ακόλουθα επιχειρήματα: Ο κανονισμός της συνιδιοκτησίας, για να είναι έγκυρος, πρέπει, σύμφωνα με τη ρητή απαίτηση του νόμου (αρ. 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929), να συντάσσεται με ομοφωνία (παμψηφία) όλων των συνιδιοκτητών, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγράφεται στα βιβλία μεταγραφών. Σκοπός της μεταγραφής είναι ακριβώς η δέσμευση και των ειδικών διαδόχων των συμβληθέντων, είτε αυτοί προσχώρησαν στον κανονισμό είτε όχι. Η σύνταξη κανονισμού δεν είναι υποχρεωτική για τους συνιδιοκτήτες. Γι’ αυτό μπορεί να μην υπάρχει κανονισμός ή αυτός να καταρτισθεί είτε συγχρόνως με τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας είτε και μεταγενέστερα. Όπως η σύσταση της οροφοκτησίας, έτσι και ο κανονισμός είναι πολυμερής δικαιοπραξία και μπορεί να καταρτισθεί και διά προσχώρησης όσων δεν υπέγραψαν την αρχική πράξη. Ο κανονισμός δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες που έχουν συμβληθεί για την κατάρτισή του και όσους προσχώρησαν στις ρυθμίσεις αυτού εκ των υστέρων, καθώς και τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους, εφόσον έχει μεταγραφεί πριν από τη διαδοχή. Προσχώρηση απαιτείται μόνον για εκείνους, οι οποίοι, αν και ήταν συνιδιοκτήτες κατά τον χρόνο σύνταξης του κανονισμού, δεν υπέγραψαν τη σχετική σύμβαση. Οι ειδικοί και βέβαια οι καθολικοί διάδοχοι των συμβληθέντων στον κανονισμό δεσμεύονται από αυτόν, είτε προσχώρησαν σε αυτόν είτε όχι. Αντίθετη άποψη καθιστά τον κανονισμό άχρηστο, αφού οποιοσδήποτε διάδοχος θα μπορούσε να αρνηθεί να προσχωρήσει σε αυτόν, οπότε δεν θα ίσχυε γι’ αυτόν ο κανονισμός, πράγμα που αντιβαίνει τόσο στην επιβαλλόμενη από τον νόμο μεταγραφή του όσο και στον σκοπό του νομοθέτη, ο οποίος επιδιώκει τη δημιουργία σταθερού συμβατικού νομικού καθεστώτος στην οροφοκτησία. Επομένως, μόνη η ιδιότητα του εναγομένου ως κυρίου χωριστής ιδιοκτησίας πολυκατοικίας, στην οποία υφίσταται κανονισμός, είναι αρκετή για να δεσμεύεται από τον κανονισμό. Μόνον αν ο εναγόμενος ή ο αρχικός δικαιοπάροχός του δεν έχει συμβληθεί κατά τη σύναψη του κανονισμού ή αν ο κανονισμός έχει μεταγραφεί μετά την κτήση της ιδιότητας του συνιδιοκτήτη από τον εναγόμενο, μπορεί να τεθεί θέμα δέσμευσής του από τον κανονισμό και μόνον σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αναγράφεται στην αγωγή ο τρόπος που ο εναγόμενος δεσμεύεται από τον κανονισμό (Κατράς, Δίκαιο Οροφοκτησίας, έκδοση 2020, παρ. 21 ΣΤ 3.1 - 3.5, σελ. 373).

Γ) Εξάλλου, η εκ των ως άνω διατάξεων του Ν. 3741/1929 απαγόρευση του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυώροφης οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του ανωτέρω νόμου και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, να ενεργεί κατασκευές στους κοινοχρήστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες είναι αντίθετες στις διατάξεις του ανωτέρου νόμου, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό (όταν υπάρχει) και παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινοχρήστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, δεν αίρεται από τη νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων, που επιβάλλονται από την αρμόδια πολεοδομική αρχή. Και τούτο διότι με τον τρόπο αυτόν οι ανωτέρω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ αυτών παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας [ΑΠ 70/2019, ΑΠ 442/2019, ΑΠ 881/2019, ΑΠ 1655/2018 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1300/2014 ΝοΒ 2015.63, ΕφΑιγ (Μον) 41/2021, ΕφΑΘ(Μον) 517/2020, ΕφΑΘ (Μον) 753/2020, ΕφΑιγ (Μον) 124/2019, ΕφΘεσ 1899/2017 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 498/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕφΘεσ (Μον) 2232/2013 ΕλλΔνη 2014.180, Εφίωαν 469/2005 ΑρχΝ 2008.654, ΕφΙωαν 335/2004 Αρμ. 2005.1234 και ΕλλΔνη 2006.282],

Δ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1,13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και 9 του Ν. 1562/1985 προκύπτει ότι η τροποποίηση της πράξης σύστασης της οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας μπορεί να γίνει: α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό. Αναφορικά με την τελευταία αυτή περίπτωση, είναι δυνατή η ανάθεση με τον κανονισμό στη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών του δικαιώματος τροποποίησης συγκεκριμένων όρων του κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με καθορισμένη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, και αν ακόμη η ανάθεση που γίνεται από τον κανονισμό είναι απεριόριστη, η τροποποίηση από την πλειοψηφία δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών, τα οποία υφίστανται από τον νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό, διότι το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 περιορίζει ρητά τα δικαιώματα, που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία, μόνο σε αποφάσεις, οι οποίες αφορούν τη συντήρηση, τη βελτίωση ή τη χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον [ΑΠ 1655/2018 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 683/2014 ΕλλΔνη 2014.771, ΕφΑιγ (Μον) 124/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 578/2004 ΕπιθΔικΠολ 2008.205]. Επομένως, δεν επιτρέπεται με απόφαση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών να τροποποιηθούν τα ποσοστά συμμετοχής χωριστών ιδιοκτησιών στις κοινόχρηστες δαπάνες ή να συμφωνηθεί η απαλλαγή ορισμένων ιδιοκτησιών από τέτοιες δαπάνες ή να τεθούν περιορισμοί στη χρήση χωριστών ιδιοκτησιών, αλλά για τις περιπτώσεις αυτές απαιτείται απόφαση του συνόλου των συνιδιοκτητών. Η τροποποίηση του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας οροφοκτησίας, εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών, είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες, ακόμη και αν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβληθεί σε μεταγραφή. Κατά συνέπεια, εφόσον, παρά την αναγκαστικού * δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, επιχειρηθεί από την πλειοψηφία’ των συνιδιοκτητών τροποποίηση της πράξης σύστασης και του κανονισμού της πολυκατοικίας, ακόμη και με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, με την οποία (τροποποίηση) θίγονται τα παραπάνω δικαιώματα των μειοψηφούντων συνιδιοκτητών, η καταρτιζόμενη κατά τα ως άνω δικαιοπραξία είναι απολύτως άκυρη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ) ως προς αυτούς και κατά το μέρος που θίγονται τα εν λόγω δικαιώματα τους, ως αντικείμενη ευθέως σε διάταξη νόμου (174 ΑΚ), ενώ δύναται να αναγνωριστεί η ακυρότητα της οποτεδήποτε και χωρίς χρονικούς περιορισμούς, με την άσκηση σχετικής αγωγής κατ’ αρ. 70 ΚΠολΔ ή με την προβολή ένστασης με αντίστοιχο περιεχόμενο (ΑΠ 683/2014 ΕλλΔνη 2014.771, ΕφΑΘ 578/2004 ΕπιθΔικΠολ 2008.205).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 «Επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας, ίνα δια ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσουν τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσεις». Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 5 εδ. β' του ιδίου νόμου «εν ελλείψει πάσης μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας, ως προς τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις αυτών περί των κοινών πραγμάτων, έκαστος τωνσυνιδιοκτητών υποχρεούται να συνεισφέρει εις τα κοινά βάρη επί τη βάσει της αξίας του ορόφου, ή διαμερίσματος, ου είναι κύριος». Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ιδίου νόμου «πάσα σύμβασις κανονίζουσα ή μεταβάλλουσα τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και καταχωρείται εις το βιβλίο μεταγραφών». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι μεταξύ των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή βαρών των συνιδιοκτητών κοινής οικοδομής, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας του παραπάνω νόμου, περιλαμβάνεται και η συμμετοχή καθενός από τους συνιδιοκτήτες στη δαπάνη συντήρησης και λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης ή του ανελκυστήρα της οικοδομής. Η συμφωνία για τον τρόπο κατανομής των κοινόχρηστων δαπανών στις χωριστές ιδιοκτησίες και ο καθορισμός των ποσοστών, που γίνεται στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό, δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες και τουςδιαδόχους τους. Για να μεταβληθούν τα ποσοστά συμμετοχής των χωριστών ιδιοκτησιών στις κοινόχρηστες δαπάνες ή για να απαλλαχθεί κάποια ιδιοκτησία από το σύνολο ή μέρος αυτών, πρέπει να γίνει τροποποίηση του κανονισμού με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών δεν μπορεί να δεσμεύσει τον μη συμφωνούντα ιδιοκτήτη στην τροποποίηση των όσων έχουν συνομολογηθεί με τον κανονισμό ως προς το μέτρο συνεισφοράς στα κοινά βάρη, αυξάνοντας το ποσοστό συμμετοχής του στα βάρη αυτά (ΑΠ 79/2018, ΑΠ 241/2016 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1073/2013 ΝοΒ 2013.2702, ΑΠ 566/2013 ΝοΒ 2013.1920, ΑΠ 900/1999 ΕλλΔνη 2000.133 και ΕπιθΔικΠολ 2000.309).

Ε) Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει ότι είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της ύπαρξης ή ανυπαρξίας έννομης σχέσης ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της απόφασης που θα εκδοθεί επ’ αυτής, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την άνω έννοια και συνεπώς δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής η βεβαίωση απλών πραγματικών περιστατικών, η διαπίστωση νομικών γεγονότων και ο νομικός τους χαρακτηρισμός, καθώς και η επίλυση αφηρημένων νομικών ζητημάτων με τη μορφή της γνωμοδότησης ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου των κανόνων δικαίου ή συμβάσεων, χωρίς τη σύνδεσή τους με συγκεκριμένη έννομη σχέση, της οποίας ζητείται η προστασία διάτης άσκησης της αγωγής. Επίσης, δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά. Επιπλέον, από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την εν λόγω αγωγή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές με αυτήν παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου. Συνεπώς, αποφάσεις που δεν διαλευκαίνουν οριστικά την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανές για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, γιατί πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσης. Μεμονωμένα δηλαδή στοιχεία της έννομης σχέσης ή προδικαστικά αυτής στοιχεία δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής (βλ. ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 736/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 134/2015 ΕπιθΕμπΔ 2016.719, ΑΠ 1914/2014 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 356/2013 ΝοΒ 2013.1906, ΑΠ 508/2013 ΕπιθΠολΔ2014.485, ΑΠ 492/2010 ΧρΙΔ 2011.200, ΑΠ 941/1997 ΕλλΔνη 1999.590 και ΔΕΝ 1997.1193, ΕφΑΘ 3607/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1663/2018 Αρμ. 2019.276).

ΣΤ) Στο άρθρο 945 ΚΠολΔ ορίζεται : «1. Αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να ενεργήσει πράξη που μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο, οδανειστής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη. 2. Το δικαστήριο, καταδικάζοντας τον οφειλέτη στην πράξη της παρ. 1, μπορεί, αν το ζητήσει ο δανειστής, να τον καταδικάσει ταυτόχρονα να προκαταβάλει το ποσό της δαπάνης για να επιχειρηθεί η πράξη από το δανειστή, υπό τον όρο ότι ο οφειλέτηςδεν θα εκπληρώσει την υποχρέωσή του να ενεργήσει την πράξη. Το δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που επιδικάστηκε, αν η δαπάνη για να επιχειρηθεί η πράξη ήταν μεγαλύτερη, δεν επηρεάζεται». Με την πρώτη παράγραφο της παραπάνω διάταξης παρέχεται το δικαίωμα στον δανειστή να επιχειρήσει την υλική πράξη με δαπάνη του οφειλέτη, μετά τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης του τελευταίου, εφόσον αυτή μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο. Αν πρόκειται για δικαστική απόφαση, καταδικάζεται ο οφειλέτης να επιχειρήσει την πράξη εντός ορισμένης προθεσμίας και συγχρόνως με την ίδια απόφαση, παρέχεται το δικαίωμα στον δανειστή να επιχειρήσει την πράξη με δαπάνη του οφειλέτη, αν παρέλθει άπρακτη η ταχθείσα προθεσμία ή αν στη διάρκεια αυτής ο οφειλέτης εκδηλώσει ρητά την άρνησή του για την εκπλήρωση της υποχρέωσής του. Πάντως, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της απόφασης η παροχή της δυνατότητας στον δανειστή της επιχείρησης της πράξης, καθόσον η δυνατότητα αυτή απορρέει απευθείας από την πιο πάνω διάταξη. Έτσι, εφόσον ο οφειλέτης δεν συμμορφωθεί προς την ανωτέρω υποχρέωσή του, γεννάται αυτομάτως δικαίωμα του δανειστή να υποκαταστήσει τον οφειλέτη και να ενεργήσει αυτός την υλική πράξη. Το δικαίωμα αυτό ενεργοποιείται και υλοποιείται αυτομάτως, δεδομένου όπ η άρνηση ή η παραμέληση του οφειλέτη οδηγεί σε αδρανοποίηση του δικαιώματος του δανειστή, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά, ο δε δανειστής πρέπει να κοινοποιήσει επιταγή στον οφειλέτη, ο οποίος επιτάσσεται να επιχειρήσει την πράξη. Μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε, η οποία αποδεικνύεται ημερολογιακά, κατ' άρθρο 915 εδ. β' ΚΠολΔ, ο δανειστής δικαιούται να επιχειρήσει την πράξη. Η επιχείρηση της πράξης από τον δανειστή αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης. Ο καθ' ου η εκτέλεση έχει δικαίωμα να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης με ανακοπή του αρ. 933 επ. ΚΠολΔ, αν διατείνεται συμμόρφωση προς την υποχρέωσή του. Έτσι με την παρ. 1 της παραπάνω διάταξης παρέχεται το δικαίωμα στον δανειστή ναπροβεί στην πράξη με δαπάνες του οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος μετά την κοινοποίηση της επιταγής δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του. Προς τούτο με την παρ. 2 της ίδιας διατάξεως παρασχέθηκε η εξουσία στο δικαστήριο να καταδικάσει τον οφειλέτη, με αίτηση του δανειστή, και στην προκαταβολή του ποσού της δαπάνης. Εάν δεν έλαβε χώρα καταδίκη στην προκαταβολή ή εάν το προσδιορισθέν προκαταβολικά ποσό δεν αποδείχθηκε τελικά αρκετό για την επίτευξη της εκτέλεσης, μπορεί ο δανειστής, μετά την επιχείρηση από αυτόν της πράξης, να ζητήσει με αυτοτελή αγωγή την καταδίκη του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη στην καταβολή των δαπανηθέντων. Η φύση και η λειτουργία της κατ' αυτόν τον τρόπο επιδικαζομένης δαπάνης προσδίδει σε αυτήν την έννοια της αποζημίωσης για την από τον δανειστή, αντί του οφειλέτη, τέλεση της πράξης και όχι της ποινής για την αθέτηση από τον τελευταίο της σχετικής υποχρέωσής του. Ενόψει δε του ότι η από τον δανειστή επιχείρηση της πράξης, εντός του πλαισίου των διατάξεων του άρθρου945 ΚΠολΔ, αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης, η επιδικαζόμενη στον δανειστή δαπάνη εκτέλεσης διέπεται, αν όχι ευθέως, τουλάχιστον κατ' αναλογίαν από τις γενικές αρχές της διάταξης του άρθρου 932 ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει τα έξοδα εκτέλεσης (ΑΠ 1627/2018 ΧρΙΔ 2019.528, ΑΠ 1525/2010 ΕλλΔνη 2011.435 και ΧρΙΔ 2011.520, ΕφΑΘ 8510/2007 ΕλλΔνη 2014.792, ΕφΑΘ 7978/2001ΕπιθΔικΠολ 2003.276, ΕφΑΘ 7636/1998 ΕλλΔνη 1999.1128). Κατά συνέπεια, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 945 ΚΠολΔ, όταν οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν δεν συνδέονται στενά με το πρόσωπο και πς ιδιότητες του συγκεκριμένου οφειλέτη, ούτε εξαρτώνται αποκλειστικά από τη βούλησή του και γι’ αυτό μπορούν να πραγματοποιηθούν και από τρίτο, δηλαδή τον δανειστή ή πρόσωπο που ενεργεί κατ’ εντολή του. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και οι υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών από τη σύσταση της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας [ΑΠ 1627/2018 ΧρΙΔ 2019.528, ΑΠ 406/1996 ΕλλΔνη 1997.52 και ΕΕΝ 1997.614, ΕφΑΘ (Μον) 664/2019, ΕφΘεσ (Μον) 2834/2017, ΕφΑΘ 8510/2007 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 541/2007 Δικογραφία 2008.153, ΕφΘεσ 2912/2005 Αρμ. 2006.397, ΕφΑΘ 8394/2005 ΕλλΔνη 2006.555, ΕφΑΘ 7978/2001 ΕπιθΔικΠολ 2003.276, ΕφΑΘ 7636/1998 ΕλλΔνη 1999.1128, ΕφΑΘ 2438/1994 ΕπιθΔικΠολ 1994.224, ΕφΑΘ 8279/1992 ΕπιθΔικΠολ 1992.185, ΕφΑΘ 60/1992 ΕπιθΔικΠολ 1993.45, ΜονΠρΑΘ 3280/2001 ΕπιθΔικΠολ 2001.333, ΜονΠρΑαρ 145/2001 Δικογραφία 2001.349 / βλ. επίσης λοιπές περιπτώσεις διαφορών από τη συνιδιοκτησία, που υπάγονται στη ρύθμιση του αρ. 945 ΚΠολΔ και επί των οποίων έχουν αποφανθεί αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις, σε Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική — Νομολογιακή Ανάλυση, συμπληρωματικός τόμος 2001, υπό αρ. 945, σελ. 892, παρ. 2], ακόμη και αν οι σχετικές ενέργειες θα πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός του χώρου της ιδιοκτησίας του εναγομένου οφειλέτη (ΕφΘεσ 2912/2005 Αρμ. 2006.397).

ΕφΛαρ 541/2007 Δικογραφία 2008.153, ΕφΘεσ 2912/2005 Αρμ. 2006.397, ΕφΑΘ 8394/2005 ΕλλΔνη 2006.555, ΕφΑΘ 7978/2001 ΕπιθΔικΠολ 2003.276, ΕφΑΘ 7636/1998 ΕλλΔνη 1999.1128, ΕφΑΘ 2438/1994 ΕπιθΔικΠολ 1994.224, ΕφΑΘ 8279/1992 ΕπιθΔικΠολ 1992.185, ΕφΑΘ 60/1992 ΕπιθΔικΠολ 1993.45, ΜονΠρΑΘ 3280/2001 ΕπιθΔικΠολ 2001.333, ΜονΠρΑαρ 145/2001 Δικογραφία 2001.349 / βλ. επίσης λοιπές περιπτώσεις διαφορών από τη συνιδιοκτησία, που υπάγονται στη ρύθμιση του αρ. 945 ΚΠολΔ και επί των οποίων έχουν αποφανθεί αντίστοιχες δικαστικές αποφάσεις, σε Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική — Νομολογιακή Ανάλυση, συμπληρωματικός τόμος 2001, υπό αρ. 945, σελ. 892, παρ. 2], ακόμη και αν οι σχετικές ενέργειες θα πρέπει να πραγματοποιηθούν εντός του χώρου της ιδιοκτησίας του εναγομένου οφειλέτη (ΕφΘεσ 2912/2005 Αρμ. 2006.397).

Με την υπό κρίση αγωγή εκτίθενται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ενάγουσα ………………………………. είναι ιδιοκτήτρια (κυρία, νομέας και κάτοχος), κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, της υπό στοιχεία Α-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του Α' πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυώροφης πολυκατοικίας, που βρίσκεται στα…………………………………. , και η οποία ανεγέρθη δυνάμει της υπ’ αρ. ………………………… πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών…………………………………………….. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Κατά τις σχετικές διατάξεις της εν λόγω πράξης / κανονισμού η Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας εκλέγει διαχειριστή, ο οποίος εκπροσωπεί τη συνιδιοκτησία ενώπιον κάθε αρχής ή δικαστηρίου. Με την από 8.9.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας και δυνάμει της αντίστοιχης πρόβλεψης του κανονισμού της η ενάγουσα εξελέγη διαχειρίστρια της συνιδιοκτησίας για το χρονικό διάστημα 1.10.2013 - 30.9.2014, ενώ κατά επαναληπτική Γενική Συνέλευση της 24.9.2014 δεν εξελέγη διαχειριστής, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις αντίστοιχες προβλέψεις του κανονισμού, να εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντα της μέχρι την εκλογή νέου διαχειριστή, διατηρώντας αυτή την ιδιότητα κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ’ αρ. ……………………………. πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ………………………………… , ο εναγόμενος κατέστη ιδιοκτήτης των ακόλουθων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας πολυκατοικίας, ήτοι των υπό στοιχεία Γ-3 διαμερίσματος και Υ-10 αποθήκης, καθώς και των υπ' αρ. 9 και 10 θέσεων στάθμευσης. Ο εναγόμενος έχει προβεί στο διαμέρισμα της ιδιοκτησίας του στις ακόλουθες μετατροπές - προσθήκες, το σύνολο των οποίων παραβιάζει τις αναφερόμενες στην αγωγή διατάξεις του κανονισμού της πολυκατοικίας : α) Διατήρησε και ενσωμάτωσε στους κύριους χώρους του διαμερίσματος του τους κλειστούς χώρους, συνολικού εμβαδού 12 τετρ. μέτρων, που προέκυψαν από το κλείσιμο των εξωστών (βεραντών) του διαμερίσματος με υαλόφρακτη κατασκευή. Οι πράξεις αυτές, που είχαν τελεστεί από τον απώτερο δικαιοπάροχό του, απαγορεύονται από τον κανονισμό, διότι συνιστούν μεταβολή της εξωτερικής εμφάνισης της πολυκατοικίας, β) Άνοιξε οπές στον εξωτερικό τοίχο του διαμερίσματος του προς τον φωταγωγό και τοποθέτησε καθ’ ύψος του φωταγωγού σωλήνες και καλώδια, από τα οποία το ένα καταλήγει στο δώμα, όπου εγκατέστησε κλιματιστικό μηχάνημα, ενώ το άλλο παραμένει κρεμασμένο στο τοίχο του φωταγωγού. Οι ενέργειες αυτές αντίκεινται στον κανονισμό, βάσει των διατάξεων του οποίου απαγορεύεται η μόνιμη κατάληψη κοινοχρήστων χώρων, καθώς και το άνοιγμα οπών σε εξωτερικούς τοίχους, γ) Κατά την εκτέλεση των εργασιών ανακαίνισης και μεταρρύθμισης των χώρων του διαμερίσματός του δεν προσκόμισε στον διαχειριστή της πολυκατοικίας, όπως προβλέπεται στην αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού, βεβαίωση μηχανολόγου (προσκόμισε μόνο έκθεση πολιτικού μηχανικού μετά από εξώδικη όχληση της διαχειρίστριας περί του ότι εκτελούμενες εργασίες δεν βλάπτουν τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες, καθώς και τη στερεότητα και τη στατική αντοχή του κτηρίου.

Με βάση αυτό το ιστορικό και επικαλούμενη την ιδιότητά της τόσο ως συνιδιοκτήτρια ξεχωριστής οριζόντιας ιδιοκτησίας της επίδικης πολυκατοικίας, όσο και ως διαχειρίστρια της συνιδιοκτησίας, η ενάγουσα υπέβαλε τα ακόλουθα αιτήματα : α) Να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποξηλώσει και να απομακρύνει όλες τις κατασκευές, που έγιναν με σκοπό τη δημιουργία των κλειστών χώρων στους εξώστες (βεράντες) και την ενσωμάτωση αυτών στους κυρίους χώρους του διαμερίσματος του. β) Να αναγνωρισθεί ότι δεν δικαιούται ο εναγόμενος να τοποθετεί κλιματιστικά στο δώμα της οικοδομής, καθώς και να υποχρεωθεί να απομακρύνει το ήδη τοποθετηθέν, να αποξηλώσει και να απομακρύνει τις σωληνώσεις των κλιματιστικών και να αποκαταστήσει τις ζημίες (άνοιγμα οπών στο φωταγωγό), που προκλήθηκαν κατά την τοποθέτηση του παραπάνω κλιματιστικού μηχανήματος στο δώμα, γ) Να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει αυξημένα κοινόχρηστα, δαπάνες ανελκυστήρα και δαπάνες θέρμανσης, εξαιτίας της γενόμενης ενσωμάτωσης των κλειστών χώρων των εξωστών (βεραντών) στους κυρίους χώρους του διαμερίσματός του, από την αγορά αυτού (…………………) και μέχρι την κατεδάφιση των αντίστοιχων κατασκευών στις βεράντες, διά των οποίων δημιουργήθηκαν οι κλειστοί χώροι. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον πίνακα συμμετοχής, που είναι συνημμένος στην πράξη σύστασης των οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, το διαμέρισμα του εναγόμενου, επιφάνειας 82 τετρ. μέτρων, συμμετέχει στις κοινόχρηστες δαπάνες κατά 76/1000 και στις δαπάνες ανελκυστήρα κατά 79/1000. Με την ενσωμάτωση των κλειστών χώρων στους εξώστες το διαμέρισμά του έχει πλέον εμβαδόν 94 τετρ. μέτρων, όποτε η συμμετοχή του στις δαπάνες κοινοχρήστων θα πρέπει να διαμορφωθεί σε 85/1000 και στις δαπάνες ανελκυστήρα σε 89/1000. Άλλως, ζητείται να επιτραπεί στην ενάγουσα, μεδαπάνες του εναγόμενου, η εκτέλεση των εργασιών που απαιτούνται για την απομάκρυνση των ως άνω υπό στ. α' και β' κατασκευών. Τέλος, ζητείται να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τα υπό στ. α' και β' αιτήματα, καθώς και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας.…………………………………………………………………..

Ζ) Γίνεται δεκτό ότι η αξίωση, με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της νομοθεσίας περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντας απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής οικονομικά. Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειεςυπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειεςπου μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του [ΑΠ 442/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ (Μον) 100/2021, ΕφΘεσ (Μον) 1640/2018 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ (Μον) 242/2013 ΕλλΔνη 2015.792]. Εξίσου, στο ίδιο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ στις διαφορές μεταξύ συνιδιοκτητών από τη σχέση της οροφοκτησίας έχει γίνει δεκτό από τη νομολογία ότι: α) Η αξίωση για την άρση της προσβολής «απαγορεύεται ως καταχρηστική, όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι δε η υπέρβαση αυτή "προφανής” όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος» (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 480/2018 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 158/2012 ΝοΒ 2012.1775, ΑΠ 1640/2011 ΝοΒ 2012.938, ΑΠ 599/1995 ΕλλΔνη 1996.347, ΕφΛαρ 146/2004 Δικογραφία 2004.466, ΕφΛαρ 12/2004 Δικογραφία 2004.153, ΕφΑΘ 2281/1997 ΕλλΔνη 1997.1918 και ΕπιθΔικΠολ 1998.133). β) Το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον δεν ενέχει, άνευ άλλου, καταχρηστικότητα, ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από τις βλαπτικές ενέργειες (ΑΠ 532/2019, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 40/2007 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1830/2005 ΕλλΔνη 2006.464/504 και ΕπιθΔικΠολ 2006.215, ΑΠ 463/2003 ΕλλΔνη 2003.1635). Στην προκειμένη περίπτωση, με τις προτάσεις του και με δήλωση του πληρεξουσίου του Δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα από 18.10.2018 πρακτικά, δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, προβάλλοντας ένσταση καταχρηστικής άσκησης των ενδίκων αξιώσεων των αντιδίκων του και ισχυριζόμενος συγκεκριμένα τα ακόλουθα: Οι κλειστοί χώροι στους εξώστες (βεράντες) του διαμερίσματός του είχαν δημιουργηθεί από τον απώτερο δικαιοπάροχό του, πριν το έτος 2003, ενώ ο ίδιος, που αγόρασε το διαμέρισμα το 2014, δεν προέβη σε καμία μεταβολή τους. Σε κάθε περίπτωση, οι εξώστες, στους οποίους έγιναν οι παραπάνω κατασκευές, βρίσκονται στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας και δεν επηρεάζουν την όψη της. Η δε ενάγουσα, αν και γνώριζε την ύπαρξη των κλειστών χώρων από τον χρόνο κατασκευής τους, καθώς είχε αγοράσει το δικό της διαμέρισμα στην οικοδομή το 1990, ουδέποτε άσκησε, ούτε η ίδια ούτε οποιοσδήποτε άλλος συνιδιοκτήτης, κάποιο ένδικο βοήθημα, προκειμένου να πετύχει την αποξήλωση των αυθαίρετων κατασκευώνπεριοριζόμενη απλώς σε υποδείξεις κατά τα έτη 2001 και 2002 προς τον τότε ιδιοκτήτη του διαμερίσματος. Επομένως, αν γίνει δεκτή η αγωγή, Θα κληθεί ο εναγόμενος να αποξηλώσει μία κατασκευή, η οποία δεν κατασκευάστηκε από τον ίδιο και επιπλέον το διαμέρισμα δεν θα καλύπτει πλέον τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, ούτε θα εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους το αγόρασε, δεδομένου ότι οι κλειστοί αυτοί χώροι, στους οποίους έχει εγκαταστήσει το γραφείο του, συνυπολογίστηκαν και αύξησαν το συνολικό τίμημα, που κατέβαλε στη δικαιοπάροχό του για την αγορά του διαμερίσματος, η οποία μάλιστα είχε προβεί, πριν την πώληση, στην υπαγωγή των πολεοδομικών παραβάσεων στους εξώστες του διαμερίσματος στις διατάξεις του Ν. 4178/2013, έχοντας περαιώσει τη σχετική διαδικασία ένταξης. Άλλωστε, σε αντίστοιχες πολεοδομικές παραβάσεις στους εξώστες των διαμερισμάτων τους έχουν προβεί και άλλοι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, εναντίον των οποίων δεν στράφηκε ποτέ η ενάγουσα, ενώ αυτή ουδέν όφελος θα αποκομίσει από την καθαίρεσή τους, αφού οι κατασκευές αυτές είναι στον ακάλυπτο χώρο και δεν είναι καν ορατές από το διαμέρισμα της. Προέβη δε η ενάγουσα στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεκαπέντε (15) περίπου χρόνια μετά την εκτέλεση αυτών των κατασκευών, αλλά μόλις έξι (6) μήνες μετά την εκ μέρους του εναγομένου αγορά του συγκεκριμένου διαμερίσματος, όχι διότι αποσκοπεί στην τήρηση του κανονισμού της πολυκατοικίας, αλλά διότι αφενός υπήρξαν προστριβές μεταξύ τους κατά την ανακαίνιση του διαμερίσματος του, αφετέρου γιατί ο ίδιος τοποθέτησε την εξωτερική μονάδα του κλιματιστικού του διαμερίσματος του στο δώμα της οικοδομής (ταράτσα), όπως είχαν κάνει πολλοί άλλοι συνιδιοκτήτες, τοποθετώντας δορυφορικές κεραίες και ηλιακούς θερμοσίφωνες. Μάλιστα, σε ένδειξη καλής θέλησης έχει ήδη απεγκαταστήσει την κλιματιστική μονάδα από το δώμα και έχει καλύψει τις οπές, που είχαν γίνει στον φωταγωγό για τη στήριξη της καλωδίωσης. Συνεπώς, η επιλεκτική άσκηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας έναντι μόνο του ιδίου, αν και στις ίδιες παραβάσεις του κανονισμού της πολυκατοικίας έχουν προβεί και άλλοι συνιδιοκτήτες, καταδεικνύει ότι το κίνητρο της δεν είναι η πιστή εφαρμογή του κανονισμού. Αντιθέτως, η άσκηση των δικαιωμάτων της με την υπό κρίση αγωγή, μετά από τόσα χρόνια αδράνειάς της, τείνει σε ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, η οποία (κατάσταση) ήταν άλλωστε ολοκληρωμένη όταν ο ίδιος αγόρασε το διαμέρισμά του, με αποτέλεσμα η άσκηση αυτή να εξέρχεται πλέον των ορίων που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και να «προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση προς το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος του». Με το παραπάνω περιεχόμενο και λαμβάνοντας υπόψη όσα εκτέθηκαν στην ως άνω υπό στ. Ζ' νομική σκέψη, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος προβάλλεται κατά τρόπο παραδεκτό, κατ’ αρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, επί των οποίων θεμελιώνεται, ενώ είναι και νομικά βάσιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι ναι μεν γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον δεν ασκείται καταχρηστικά, ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από την τέλεση των επίμαχων βλαπτικών ενεργειών, ωστόσο υφίσταται καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, όταν η ικανοποίησή του προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος ή όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβούν χρονικό διάστημα ή οι περιστάσεις της εκάστοτε ένδικης περίπτωσης καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας ένστασης. ……………………………………………………………………………. Η παραπάνω πολεοδομική παράβαση αντίκειται στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4η εδ. β' του κανονισμού, σύμφωνα με την οποία «απαγορεύεται κάθε μεταβολή, προσθήκη ή αφαίρεση ή αλλοίωση ή μετατροπή θίγουσα οποιαδήποτε κοινή εγκατάσταση, ως και την εμφάνιση, την ενότητα μορφής και την ενιαία αισθητική ή έστω και διακοσμητικό στοιχείο του κτιρίου εξωτερικά», εφόσον είναι προφανές ότι δι’ αυτής αλλοιώνεται η εξωτερική εμφάνιση, η ενότητα και η ενιαία αισθητική της πολυκατοικίας. Εξίσου, αντίκειται και στη διάταξη του άρθρου 4η εδ. α' του κανονισμού, κατά την οποία απαγορεύεται κάθε μονομερής μεταβολή ή παρέμβαση σε οποιοδήποτε εξωτερικό στοιχείο αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως, μεταξύ άλλων, των εξωστών των διαμερισμάτων. Πέραν τούτων, η εν λόγω παράβαση παραβλάπτει και το δικαίωμα των λοιπών συνιδιοκτητών να προβαίνουν σε ακώλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων της οικοδομής, στην έννοια της οποίας υπάγεται και το δικαίωμα που αφορά την εμφάνιση του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του. Επομένως, οποιαδήποτε προσθήκη που παραβλάπτει την εμφάνιση αυτή, ως γενόμενη πέραν της. αρχιτεκτονικής κατασκευής του κτηρίου, παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και είναι εξ αυτού του λόγου ανεπίτρεπτη και συνεπώς οι τελευταίοι δικαιούνται να αντιταχθούν σε κάθε κατασκευή, προσθήκη ή διαρρύθμιση, η οποία προσβάλλει την εμφάνιση της όλης οικοδομής (βλ. υπό στ. Α' νομική σκέψη). Εξάλλου, όπως σημειώθηκε στην υπό στ. Γ νομική σκέψη, κατά την πάγια άποψη της νομολογίας, η απαγόρευση ανέγερσης κατασκευών στους κοινοχρήστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες είναι αντίθετες στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας ή στον κανονισμό ή οι οποίες παρεμποδίζουν εν γένει τη σύγχρηση των κοινόχρηστων αυτών χώρων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής, δεν αίρεται από τη νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών κατά πς οικείες πολεοδομικές διατάξεις και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων, που επιβάλλονται από την αρμόδια πολεοδομική αρχή. Και τούτο διότι με τον τρόπο αυτόν οι ανωτέρω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής, ούτε παύει η εξ αυτών παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, ούτε ακόμη οι πολεοδομικές διατάξεις κατισχύουν της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας. Ως εκ τούτου, ο παράνομος χαρακτήρας της επίμαχης ως άνω παράβασης των διατάξεων του κανονισμού και του Ν. 3741/1929, που έλαβε χώρα διά της μετατροπής των δύο εξωστών του διαμερίσματος σε περίκλειστους χώρους κύριας χρήσης, δεν αίρεται από την ολοκλήρωση της διαδικασίας υπαγωγής της πολεοδομικής αυτής παράβασης στις διατάξεις του Ν. 4178/2013. Θα μπορούσε δε να γίνει δεκτό ότι η νομιμοποίηση της παράβασης αυτής και έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών θα ήταν δυνατόν να λάβει χώρα, μόνο αν είχε προηγηθεί σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της πολυκατοικίας Α' με πλειοψηφία τουλάχιστον 700/1000, όπως προβλέπεται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 4η εδ. γ' του κανονισμού. Προς τούτο είναι χαρακτηριστικό και χρήσιμο να επισημανθούν τα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων αποφάνθηκε η υπ’ αρ. 70/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), κατά τη διατύπωση της οποίας «Η νομιμοποίηση εν προκειμένω θα ήταν δυνατόν να ισχύει και έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, αν πριν την κατασκευή του αυθαιρέτου κτίσματος είχε προηγηθεί απόφαση των 2/3 των συνιδιοκτητών της πολυώροφης οικοδομής, όπου βρίσκεται το ακίνητο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της, όπου ορίζεται ότι εις τα κοινά και κοινόχρηστα και σε κάθε τι που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με την όλη εμφάνιση του κτιρίου, ουδεμία μετατροπή, αφαίρεση και πρόσθεση επιτρέπεται, χωρίς έγγραφη έγκριση των 2/3 των συνιδιοκτητών, οπότε με την μεταγενέστερη τακτοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο, κατόπιν αγωγής συνιδιοκτήτου της πολυκατοικίας του, να κατεδαφισθεί αυτή». ……………………………………………… Αμέσως μετά την αγορά του υπό στ. Γ-3 διαμερίσματος και των λοιπών παρεπόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών τον Ιούνιο του 2014, ο εναγόμενος προέβη στη διάνοιξη οπών στον εξωτερικό τοίχο του διαμερίσματός του προς τον κοινόχρηστο φωταγωγό και τοποθέτησε καθ’ ύψος του φωταγωγού σωλήνες και καλώδια, που κατέληγαν στο δώμα της οικοδομής, όπου εγκατέστησε μία εξωτερική μονάδα κλιματιστικού μηχανήματος. Οι ενέργειες αυτές αντίκεινται στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4β του κανονισμού, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η τοποθέτηση οποιωνδήποτε αντικειμένων στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ενώ όσον αφορά ειδικότερα το δώμα απαγορεύεται η τοποθέτηση ατομικής κεραίας τηλεόρασης ή ραδιοφώνου, ενώ επιτρέπεται μόνο η τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων. Επιπλέον, αντίκεινται και στη διάταξη του άρθρου 4η εδ. α' του κανονισμού, κατά την οποία απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, κάθε μεταβολή ή παρέμβαση σε οποιοδήποτε εξωτερικό στοιχείο αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως στους εξωτερικούς τοίχους και στους τοίχους προς τους κοινόχρηστους χώρους, καθώς και η διάνοιξη οπών σε αυτούς. Όπως έχει άλλωστε σημειωθεί στην υπό στ. Α' νομική σκέψη, εφόσον υφίσταται η εν λόγω ρητή διάταξη του κανονισμού, με βάση την οποία απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η τοποθέτηση οποιωνδήποτε αντικειμένων (πλην ηλιακών θερμοσιφώνων) στο κοινόχρηστο δώμα της οικοδομής, η απαγόρευση ισχύει και όταν ακόμη από την απαγορευμένη αυτή πράξη δεν θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε παραβλάπτεται η χρήση του δώματος ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του. Επομένως, δεν απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η έρευνα αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, προκειμένου να κριθεί αν η κατά τα ανωτέρω ενέργεια του εναγομένου συνιστά παραβίαση του κανονισμού. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται στις προτάσεις του ότι έχει ήδη προβεί στην απομάκρυνση της εξωτερικής μονάδας του κλιματιστικού μηχανήματος από το δώμα, γεγονός που συνομολογήθηκε από τις ενάγουσες με την προσθήκη των προτάσεών τους. Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται η αποκατάσταση της παρανομίας, που είχε προκληθεί εξαιτίας της κατά παράβαση του κανονισμού ενέργειας αυτής του εναγομένου, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμο το αντίστοιχο αίτημα της αγωγής, διότι αντικείμενο της προκείμενης υπόθεσης αποτελεί το αγωγικό αίτημα περί απομάκρυνσης από το κοινόχρηστο δώμα της συγκεκριμένης κλιματιστικής μονάδας, που είχε ήδη εγκαταστήσει ο εναγόμενος και όχι η εν γένει διαπίστωση της ύπαρξης ή μη νομίμου δικαιώματός του να προβαίνει σε ανάλογες ενέργειες στο δώμα της οικοδομής, δεδομένου ότι το αντίστοιχο αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής έχει ήδη απορριφθεί ως νομικά αβάσιμο. Πάντως, κατά τα λοιπά παραμένει αναλλοίωτη η υποχρέωση του εναγομένου να αποκαταστήσει τις υλικές ζημίες, που προκλήθηκαν παρανόμως, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του κανονισμού, κατά την εκτέλεση των τεχνικών εργασιών εγκατάστασης της παραπάνω κλιματιστικής μονάδας, δηλαδή η υποχρέωσή του να αποξηλώσει και να απομακρύνει τις σωληνώσεις της μονάδας αυτής από τον κοινόχρηστο φωταγωγό της οικοδομής και να αποκαταστήσει τις οπές, που διανοίχθηκαν στους εξωτερικούς τοίχους της οριζόντιας ιδιοκτησίας του προς τον φωταγωγό. Περαιτέρω, στην αγωγή γίνεται επίκληση παραβίασης εκ μέρους του εναγομένου της διάταξης του άρθρου 3ι εδ. α' και γ' του κανονισμού, στην οποία προβλέπεται η υποχρέωση κάθε ιδιοκτήτη αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής, κατά την εκ μέρους του εκτέλεση εργασιών επισκευής ή τροποποίησης της εσωτερικής διαρρύθμισης της ιδιοκτησίας του, να χορηγεί στον διαχειριστή της συνιδιοκτησίας, κατόπιν σχετικής αίτησης άλλου συνιδιοκτήτη, βεβαίωση πολιτικού μηχανικού ή μηχανολόγου, με την οποία θα πιστοποιείται ότι από τις εργασίες αυτές δεν προκαλείται βλάβη στη στατική αντοχή του κτηρίου ή στις υπόλοιπες ιδιοκτησίες. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο εναγόμενος παραβίασε αυτήν την υποχρέωσή του, κατά την εκτέλεση των εργασιών ανακαίνισης του διαμερίσματός του, στις οποίες συνομολογεί ότι προέβη μετά την αγορά του, η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με οποιοδήποτε εκ των αιτημάτων της αγωγής και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού. ……………………………………………………….. Όσον αφορά την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων, επισημαίνεται εξαρχής ότι η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της εν λόγω ένστασης αφορά μόνο το αίτημα της αγωγής περί καθαίρεσης των αυθαίρετων κατασκευών στους δύο εξώστες του διαμερίσματος του εναγομένου, διά των οποίων η επιφάνειά τους μετατράπηκε σε κλειστούς χώρους, που συνενώθηκαν με τους υπόλοιπους κύριους χώρους του διαμερίσματος. Αναφορικά δε με το αίτημα περί απομάκρυνσης της εξωτερικής κλιματιστικής μονάδας από το δώμα της οικοδομής, όπως προαναφέρθηκε, αυτό καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου, εφόσον ο εναγόμενος προέβη οικειοθελώς στην απομάκρυνσή της, ενώ σε κάθε περίπτωση παραμένει εκκρεμής η ικανοποίηση του αιτήματος αποκατάστασης των υλικών ζημιών, που προκλήθηκαν παρανόμως, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του κανονισμού, κατά την εκτέλεση των τεχνικών εργασιών εγκατάστασης της παραπάνω κλιματιστικής μονάδας (αποξήλωση σωληνώσεων από τον κοινόχρηστο φωταγωγό της οικοδομής, κλείσιμο οπών που διανοίχθηκαν στους εξωτερικούς τοίχους του διαμερίσματος προς τον φωταγωγό). Υπό τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και λαμβάνοντας υπόψη όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στ. Ζ' νομική σκέψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη για τους ακόλουθους λόγους : Καταρχήν, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και αποδείχθηκε ότι στην ανέγερση των επίμαχων αυθαίρετων κατασκευών είχε προβεί ο απώτερος δικαιοπάροχος του εναγομένου, ………………………………………….., ωστόσο δεν αποδείχθηκε ο ακριβής χρόνος ανέγερσής τους, καθώς στην προσκομιζόμενη (σχετ. 2 προτάσεων εναγομένου) βεβαίωση περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής της ανωτέρω πολεοδομικής παράβασης στις διατάξεις του Ν. 4178/2013, η οποία συντάχθηκε βάσει της αντίστοιχης υπ’ αρ. ………………………. δήλωσης του πολιτικού μηχανικού …………………………, αναγράφεται απλώς ότι οι επίμαχες πολεοδομικές παραβάσεις είχαν συντελεστεί πριν τις 31.12.2003. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται η πάγια άποψη της νομολογίας ότι το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον δεν ενέχει, άνευ άλλου, καταχρηστικότητα, ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από τον χρόνο τέλεσης των βλαπτικών ενεργειών (ΑΠ 532/2019, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 40/2007 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1830/2005 ΕλλΔνη 2006.464/504 και ΕπιθΔικΠολ 2006.215, ΑΠ 463/2003 ΕλλΔνη 2003.1635). Στο ίδιο πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας και την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας ως προς τα δικαιώματα των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, που διέπεται από τον θεσμό αυτόν, γίνεται δεκτό ότι δεν υπόκεινται σε παραγραφή οι αξιώσεις, που απορρέουν από την προσβολή των δικαιωμάτων ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας, τα οποία καθιδρύθηκαν με την νόμιμη σύσταση στην ίδια οικοδομή της οριζόντιας ιδιοκτησίας και του κανονισμού λειτουργίας της (ΑΠ 174/2003 ΕλλΔνη 2004.793, ΕφΑΘ 707/2001 ΕπιθΔικΠολ 2001/219, ΕφΑΘ 2009/2001 ΕπιθΔικΠολ 2004.220 / Κατράς, Δίκαιο Οροφοκτησίας, έκδοση 2020, παρ. 20Δ5, σελ. 328). Εξάλλου, λαμβάνοντας εξίσου υπόψη την ιδιαιτερότητα του Θεσμού της κατ' ορόφους ιδιοκτησίας, γίνεται επίσης δεκτό ότι κανένας από τους ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί να αποκτήσει με χρησικτησία δικαίωμα αποκλειστικής ή μεγαλύτερης από τη μερίδα του χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, ούτε να απωλέσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση αυτών (ΑΠ 1143/2019 Α' ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 746/2018 ΧρΙΔ 2019.113, ΑΠ 562/2014 ΝοΒ 2014.1900, ΑΠ 121/1993 ΕλλΔνη 1995.1138 και ΝοΒ 1994.384), στην έννοια της οποίας υπάγεται, όπως προαναφέρθηκε, και το δικαίωμα που αφορά την εμφάνιση του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του, με αποτέλεσμα, οποιαδήποτε προσθήκη που παραβλάπτει την εμφάνιση αυτή, ως γενόμενη πέραν της αρχιτεκτονικής κατασκευής του κτηρίου, να παραβλάπτει και τη χρήση των άλλων οροφοκτητών και να είναι εξ αυτού του λόγου ανεπίτρεπτη. Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα κάθε συνιδιοκτήτη της πολυκατοικίας να αξιώσει την καθαίρεση των αυθαίρετων κατασκευών από τους εξώστες των διαμερισμάτων οποιουδήποτε άλλου συνιδιοκτήτη, δεν αναιρείται ούτε από την ενδεχόμενη «αχρησία» του, δηλαδή την επί μακρό χρονικό διάστημα μη άσκησή του, αλλά ούτε και από την κατ' επανάληψη και για μεγάλο χρονικό διάστημα παραβίαση των αντίστοιχων διατάξεων του κανονισμού από ορισμένους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εννοείται ότι δεσμεύονται από τις διατάξεις του, ακόμη και αν κατέστησαν ιδιοκτήτες οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής μετά τη σύνταξη του κανονισμού, εφόσον με την αγορά των ιδιοκτησιών τους δήλωσαν τη σιωπηρή βούλησή τους να προσχωρήσουν σε αυτόν και να εγκρίνουν τους όρους του, διότι στην αντίθετη περίπτωση, αν έκριναν τους όρους του κανονισμού επαχθείς, δεν θα προέβαιναν στην αγορά της ιδιοκτησίας τους (ΕφΘεσ 47/2007 Αρμ. 2008.87). Άλλωστε, στην ένδικη περίπτωση δεν προκύπτει η ύπαρξη «αχρησίας», κατά την ανωτέρω έννοια, όσον αφορά την άσκηση του δικαιώματος των λοιπών συνιδιοκτητών να αξιώσουν την καθαίρεση των αυθαίρετων κατασκευών από τους εξώστες της υπό στοιχεία Γ-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αγόρασε ο εναγόμενος τον Ιούνιο του 2014, έτσι ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί τυχόν εύλογη πεποίθηση του τελευταίου ότι δεν επρόκειτο να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα, με αποτέλεσμα τυχόν μεταγενέστερη άσκησή του να καθίσταται καταχρηστική, λόγω προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, κατά τα κριτήρια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ. ………………………………………….. Περαιτέρω, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση προφανούς υπέρβασης των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, κατά τρόπο ώστε η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από την ενάγουσα δικαιώματος να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει η τελευταία, λαμβανομένης ανπστοίχως υπόψη και της βλάβης που θα υποστεί ο εναγόμενος. Ειδικότερα, η επίμαχη πολεοδομική παράβαση αποτελούσε ταυτόχρονα σοβαρή παραβίαση των διατάξεων του κανονισμού της συνιδιοκτησίας, που αποσκοπούσαν να προστατέψουν την καλαίσθητη εξωτερική εμφάνιση και την ενιαία αισθητική της πολυκατοικίας, ενώ συνιστούσε και προσβολή του δικαιώματος των λοιπών συνιδιοκτητών να προβαίνουν σε ακώλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων της οικοδομής, στην έννοια της οποίας υπάγεται και το δικαίωμα που αφορά την εμφάνιση του όλου οικοδομήματος, κατά τρόπο που προσήκει στην αισθητική και αρχιτεκτονική κατασκευή του. Το γεγονός δε ότι η εν λόγω παράβαση είχε «τακτοποιηθεί» πολεοδομικά, με την αξιοποίηση εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του εναγομένου της δυνατότητας, που του παρείχε η κείμενη νομοθεσία {Ν. 4178/2013), να εξαιρεθούν οι αυθαίρετες κατασκευές από την υποχρεωτική κατεδάφισή τους, μέσω της υποβολής της αντίστοιχης δήλωσης υπαγωγής στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και της καταβολής του αναλογούντος προστίμου, δεν αίρει το έννομο δικαίωμα των λοιπών συνιδιοκτητών να επιδιώξουν την καθαίρεση των αυθαίρετων κατασκευών, εφόσον με την ύπαρξή τους παραβιάζονται οι διατάξεις του Ν. 3741/1929, της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας ή του κανονισμού και παρεμποδίζεται η σύγχρηση των κοινοχρήστων χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (βλ. υπό στ. Γ νομική σκέψη). Ούτε βέβαια μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα εκ του γεγονότος ότι μπορεί πράγματι ο εναγόμενος να συνεκτίμησε, κατά την απόφασή του να αγοράσει το επίδικο ακίνητο, την κατά τα ανωτέρω πολεοδομική «τακτοποίηση» των κλειστών χώρων, που είχαν δημιουργηθεί από τις αυθαίρετες παρεμβάσεις του απώτερου δικαιοπαρόχου του στους εξώστες του διαμερίσματος και οι οποίοι προσαύξαναν τη συνολική επιφάνεια των κύριων χώρων του. Και τούτο διότι το ύψος του προστίμου, συνολικού ποσού 1.385,46 ευρώ, που είχε καταβληθεί από τον δικαιοπάροχό του στο πλαίσιο της διαδικασίας υπαγωγής των αυθαίρετων κατασκευών στις διατάξεις του Ν. 4178/2013 και το οποίο προφανώς θα συνυπολογίστηκε στο συμφωνημένο τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος, αποτελεί πολύ μικρό τμήμα του τιμήματος αυτού, ύψους 109.000 ευρώ κατά τα αναγραφόμενα στο υπ’ αρ………………………… αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών……………………………. , το οποίο μάλιστα υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του διαμερίσματος, που ανερχόταν στο ποσό των 109.929,11 ευρώ. Συνεπώς, η καθαίρεση των επίμαχων αυθαίρετων κατασκευών στους εξώστες του διαμερίσματος, στην οποία υποχρεούται να προβεί ο εναγόμενος, δεν συνεπάγεται επαχθείς οικονομικές συνέπειες γι’ αυτόν, ενώ αντιθέτως τυχόν διαφορετική κρίση του Δικαστηρίου, αν δηλαδή θεωρείτο ότι ο εναγόμενος εδικαιούτο να καρπωθεί την αυξημένη οικονομική αξία που είχε αποκτήσει η ιδιοκτησία του εξαιτίας της ύπαρξης των παραπάνω αυθαιρεσιών, θα προξενούσε «έντονη εντύπωση αδικίας» εις βάρος των λοιπών νομοταγών συνιδιοκτητών της οικοδομής, οι οποίοι δεν είχαν προβεί σε ανάλογες αυθαιρεσίες.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο, εντός ενός (1) μήνα από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης, να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες, προς άρση των παρανομιών που υφίστανται στην υπό στ. Γ-3 οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του 3ου πάνω από το ισόγειο ορόφου της πολυκατοικίας A’, η οποία έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο, επιφάνειας ………………… τετρ. μέτρων, που βρίσκεται εντός του …… οικοδομικού τετραγώνου του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της …………………………………… και περιβάλλεται από τις οδούς……………………………………….. , ενώ η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία, όπως και οι λοιπές ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες της ίδιας πολυκατοικίας συστάθηκαν δυνάμει της υπ’ αρ. ………………………………. «πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού συγκροτήματος δύο πολυκατοικιών» του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………………………………. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ……………………….. στον τόμο …… και με αριθμό …..: α) Να αποξηλώσει και να απομακρύνει όλες τις αυθαίρετες κατασκευές στους δύο εξώστες (βεράντες) της υπό στοιχεία Γ-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα), διά των οποίων η συνολική επιφάνεια αυτών, εμβαδού 11,18 τετρ. μέτρων, έχει μετατραπεί σε κλειστό χώρο, που έχει συνενωθεί με τους κύριους χώρους της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, β) Να αποξηλώσει και να απομακρύνει τις σωληνώσεις και να αποκαταστήσει τις ζημίες (άνοιγμα οπών που διανοίχθηκαν στους εξωτερικούς τοίχους της υπό στοιχεία Γ-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας προς τον φωταγωγό), οι οποίες προκλήθηκαν κατά την τοποθέτηση της εξωτερικής μονάδας του κλιματιστικού μηχανήματος στο κοινόχρηστο δώμα της οικοδομής.
Σε περίπτωση δε που δεν συμμορφωθεί με τις ανωτέρω διατάξεις της απόφασης, θα έχει το δικαίωμα να προβεί στις παραπάνω ενέργειες ο εκάστοτε Διαχειριστής της πολυκατοικίας Α', με δαπάνες του εναγομένου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει τμήμα των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και συγκεκριμένα το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ…